15/1/18

Η Παρασκευή του θείου,

Σαν φιλμάκι ασπρόμαυρο όταν ήμουν πιτσιρικάς περνούσε ο θείος από τα οικογενειακά τραπέζια, δήθεν βαρύς και απόμακρος με ένα κουμπωμένο γέλιο. Είχε η μάνα μου τα διαόλια της μαζί του αλλά ποτέ δεν με ανακάτεψε με τις δουλειές τους, κι έτσι δεν έχει σημασία τώρα να τα εξηγούμε, πάντως δεν τον βλέπαμε συχνά.
Έμενε μονάχος του στου Γκύζη σε μια γκαρσονιέρα, εγώ ήμουν τότε είκοσι και εκείνος εξήντα · από ότι έλεγε δεν είχε καταφέρει να παντρευτεί γιατί τον έφαγαν οι σπουδές, η καριέρα αλλά κι εκείνη η αγάπη του για την μπάλα. Ένα βράδυ που τον επισκέφτηκα στο σπίτι του με φίλεψε κρασί κόκκινο και μια πίτσα απ’ έξω. Έδειχνε ιδιαίτερα ευχαριστημένος, όλο “ανιψιέ” μου και “ανιψιέ μου” ήταν και συνέχεια με ρώταγε αν θέλω κάτι ακόμη, είχε χαρεί ο φουκαράς που με έβλεπε, ωστόσο τον έπιασε στο τέλος λογοδιάρροια και αφού μου είπε αδιάφορα και γρήγορα για το Πανεπιστήμιο που δασκάλευε τους φοιτητές του, γρήγορα γύρισε ο τόνος του γλυκός όπου η ξερή αφήγηση μετατράπηκε σε ποτάμι, ιδιαίτερα σαν άρχισε να μου περιγράφει τις Παρασκευές του. Έπαιζε μπάλα είκοσι χρόνια τώρα με μια ομάδα σε ένα γηπεδάκι εκεί κοντά, τις περισσότερες σε 9χ9 , άλλοτε - πιο σπάνια - σε μεγαλύτερο γήπεδο και τέτοια. Η αγάπη του ήταν η μπάλα αλλά και οι συναθλητές του, όλα μαζί, η άθληση έπαιζε βέβαια ρόλο στην κορμοστασιά του αλλά το χαμόγελο, εκείνη η ευδαιμονία στα μάτια του όταν μιλούσε για αυτά, ήταν καθαρά οι συμπαίκτες του κι όλα τα παράδοξα που είχε βιώσει πάνω στο γρασίδι, αλλά όχι μόνο αυτό · αργότερα στο κυλικείο όταν μαζευόντουσαν για να γιορτάσουν την νίκη ή ακόμη και την ήττα τους, ενωμένοι έπειτα από βαρείς χαρακτηρισμούς για ασήμαντες αφορμές, βλέπεις, μου εξήγησε, ο καθένας κουβαλάει μέσα στο γήπεδο την μέρα του και την σβήνει όπως το κρασί το φαγητό, έτσι την σβήνει. Κάποιες φορές βγαίνει φλόγα και τότε όλοι ανατινάζονται τρέχοντας πίσω απ’ την μπάλα με βουή και οργή, λες και αυτή η φουκαριάρα φταίει. Δεν φταίει όμως. Και δεν απαντά σε κανέναν. Έτσι που λες, έπειτα από το μαλλιοτράβηγμα καθόμαστε στον καφενέ και πίνουμε μπίρες, τσίπουρα τρώγοντας ό,τι βρεθεί εμπρός μας και τα λύνουμε όλα ή τίποτα. Πάντως μια φορά πάντα βγαίνουμε μονοιασμένοι και αγαπημένοι από ‘κει μέσα ό,τι κι αν είχε συμβεί μέσα στο γήπεδο. Ήταν τόση η χαρά του και η αδημονία του να μου τα αφηγηθεί όλα αυτά, για τους συμπαίκτες του (τους μικρούς τους ήρωες όπως μου τους ανέφερε συχνά), αλλά και για το γκολ ή την ντρίπλα που είχε κάνει στον τελευταίο αγώνα· τον παρατηρούσα μέσα στον ενθουσιασμό του να τραβάει τα μανίκια εμπρός και έπειτα να τα κατεβάζει, ώσπου έφερε και κάποιες φωτογραφίες με βασιλόπιτες μαζί τους και τέτοια. Απίστευτες καταστάσεις.
Η ανατολή του παράδεισου λοιπόν, του λέω κάπως περιπαικτικά κάποια στιγμή για όλα αυτά που ζει μαζί τους. Όχι! μου λέει, “της Παρασκευής το δράμα” το λέμε και σκάει σε κάτι γέλια που ακόμη αντηχούν στο μυαλό μου, τόσα χρόνια έπειτα.
Ένα βράδυ πήγα και τον είδα, εκείνος έπαιζε σέντερ φορ να δέχεται και να εκτελεί - μάλιστα ένα από αυτά ήταν βόλ πλανέ - και οι άλλοι να τρέχουν, ο καθένας έπρεπε να βάλει την μπάλα στα δίκτυα ή απλά να προχωρήσουν ένα βήμα πιο πέρα είτε με μικρά βήματα, είτε με μεγαλύτερα ή στο τέλος-τέλος με τούμπες όπως κάνει κανείς σ’ αυτήν τη γαμημένη τη ζωή. Ο μεγαλόσωμος, εκείνος ο κεντρικός αμυντικός, με την μαύρη φόρμα φώναζε συνέχεια σαν βουρδουλιέρης σε γαλέρα, κάποιες άλλες ο τερματοφύλακας, κι κάποιες άλλες ένας κεντρικός με μακρύ μαλλί που τόσο δεν έχει σημασία, ποιος έλεγε τι, αρκεί να έτρεχες - να μην καθόσουν περίπτερο πίσω να περιμένεις την μπάλα ή να άπλωνες τραχανά στο κέντρο. Κάπως έτσι τα λέγανε μεταξύ τους κι εγώ τα σημείωνα σαν να μάθαινα ξένη γλώσσα. Όποτε έμπαινε γκολ χοροπηδούσαν σαν μικρά παιδιά, κι όποτε η μπάλα πήγαινε στον θεό άρχιζε ο αναθεματισμός. Θα πω μια χριστοπαναγία τώρα, έλεγε ο ένας, καλά από την Μεσογείων που να μπει μέσα, έλεγε ο άλλος σκωπτικά και κούναγαν το κεφάλι τους απογοητευμένοι. Δεν ήταν το αποτέλεσμα, ποτέ δεν ήταν αυτό - ήταν η τιμή τους, η προσπάθεια, η ανάγκη να βγουν απ’ το γήπεδο άντρες, λεβέντες δίνοντας ένα παιχνίδι που θα τους νανούριζε αργότερα με την θύμηση του, εκείνη την ώρα που οι δαίμονες μπαίνουν στο μυαλό του ανθρώπου και τον περιπαίζουν ρωτώντας τους, τώρα έπαιξες μπάλα εσύ ή κοιμόσουν;  Πάντα όμως το κύμα της διάθεσης στο τέλος έσκαγε στα χείλια τους, ο ήχος από τα ποτηράκια που τσουγκρίζουν όπως εκείνο το αυθόρμητο γέλιο.  Ένας κύκλος, βαρύς, χαρμόσυνος, μια μικρή δύση ιδιαίτερα όταν έμπαιναν οι τίτλοι τέλους της Παρασκευής, αναπολώντας και αναλύοντας την κάθε φάση που έζησαν, κάθε αγωνία, κάθε τρέξιμο.
Τον ακολούθησα όλα αυτά για μερικά χρόνια ακόμη, άλλοτε από τις κερκίδες και κάποιες σπάνια μέσα στο γήπεδο - ήμουν βλέπεις ανέκαθεν άτσαλος και αγύμναστος -, ώσπου τα χρόνια έκαναν τον θείο εβδομήντα χρονών κι εμένα σαράντα. Εκείνος απέκτησε μια δυσκινησία στα πόδια και εγώ κοιλίτσα που αν και μας δυσκόλευε, καθόλου δεν μας χάλασε την διάθεση για μπάλα. Ό,τι μπορούσαμε το κάναμε.
Εκείνο το βράδυ δεν πήγα, είχα είκοσι μέρες το παιδί στο σπίτι και την γυναίκα μου να μην έχει σαραντίσει όταν με πήραν τηλέφωνο. Η μπάλα, λέει, ήρθε από ψηλά και εκείνος την κοντρόλαρε με το στήθος, την κράτησε στο πόδι και στο γόνατο με αριστοτεχνικό τρόπο κι έπειτα δοκίμασε να κάνει ψαλιδάκι, τότε έπεσε πάνω στα πόδια του αμυντικού ωστόσο η μπάλα έφυγε κάπως δεξιά και κύλισε πάνω στο “Δικηγόρο” που την σούταρε μέσα στα δίκτυα. Πανζουρλισμός! Οι μισοί φώναξαν “Μπράβο Καθηγητή!” και έτρεξαν καταπάνω του να τον πάρουν στα χέρια, οι άλλοι μισοί φώναζαν ότι έγινε φάουλ, κι εκείνος ο τσακωμός κράτησε ώρα με φωνές και νεύρα, από την μια ο “Δικηγόρος” που είχε βάλει το γκολ, κι από την άλλη οι υπόλοιποι που καταλόγιζαν το φάουλ πάνω από τον πεσμένο θείο που είχε μείνει ακίνητος χάμου. Οι φωνές έσβησαν χαμηλά εκείνο το βράδυ αν και όλοι συμφώνησαν αργότερα ότι η κίνηση αυτή του θείου βγήκε από μέσα του σαν λάβα Φαντασμαγορικά και δυνατά συνάμα. Πως του ήρθε σε αυτήν την ηλικία; είπε ο ένας, σιγά μην ήταν γκολ, είπε ο άλλος με κάποια επιμονή. Η διχογνωμία από την μία, ο θείος από την άλλη δεν μπορούσε να ησυχάσει η ομάδα, μόνο όταν είπε ο παπάς το “Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει”, τότε όλοι οι συμπαίκτες ακόμη και οι στραβοί και ανάποδοι που επέμεναν ότι ήταν φάουλ στο τέλος παραδέχτηκαν όχι μόνο ότι ήταν γκολ, αλλά το καλύτερο που έκανε ποτέ του. Δεν έλειψε βέβαια να ανάψει η σπίθα πάλι, όταν για δευτερόλεπτα το βλέμμα έπαιξε σε μερικούς από δαύτους, αλλά τελικά μάσησαν τα λόγια τους  φοβισμένοι από το αυστηρό βλέμμα του παπά που ήθελε να αποφύγει τον σαματά.
Να μια έκρηξη αγάπης, ένας πλανήτης που μάχεται πριν συμβιβάσει τα πάντα με ένα τσίπουρο, ένας μικρός χαμογελαστός θεός που κάθε Παρασκευή έφτιαχνε τον κόσμο για να τον διαλύσει την Δευτέρα.
Αυτός ήταν ο θείος και αυτή ήταν η Παρασκευή του.


Αθήνα, Γενάρης 2018

19/12/17

Η τελευταία νύχτα του κύριου Έρμιτ


1. Οι μικρές φακίδες στην άκρη της μύτης, ενίοτε την ενοχλούσαν, ενίοτε πίστευε ότι η γη κι όλα τα φεγγάρια που ήξερε γυρνούσαν μαγεμένα γύρω τους. Ήταν μόλις δεκάξι και είχε ήδη μια φυσιολογική ζωή. Δύο φίλες που μπορούσε να τους τραβήξει το μαλλί και κάπου τετρακόσιους φίλους στο Facebook που ποτέ της δεν θα γνωρίσει.

Ο κύριος Έρμιτ, ήταν ένας από τους πολλούς άνεργους και εργένης. Στην εργασία του τον σχόλασαν γιατί δεν άντεχαν τις αργές κινήσεις των χεριών του. Πίστευαν όλοι οι συνάδελφοι, ότι όταν ξυριζόταν ήθελε περίπου έξι ώρες συνεχής επιμονής μέχρι να ξυρίσει όλο το πρόσωπο. Τα μεγάλα παραλληλόγραμμα κοκάλινα γυαλιά του, κάθε φορά που θάμπωναν απαιτούσαν περίπου όλο το διάλειμμα του για να τα καθαρίσει και να τα ξαναβάλει στην θέση τους. Ήταν πολλές οι φορές που έμενε νηστικός. Σε ένα άδειο σπίτι και με ένα επίδομα ανεργίας, η μόνη του εργασία ήταν το Facebook και οι εφτακόσιοι περίπου φίλοι, που για ένα περίεργο τρόπο τους είχε συμπαθήσει όλους. Βλέπεις, η ταχύτητα απάντησης σε μια ερώτηση ή σε ένα status δεν απαιτούσε από τον χρήστη κάτι παραπάνω από μισή ημέρα. Και αυτό τον βόλευε.

Στην αρχή είχε γραφτεί με το όνομα “enstick” όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι. Έβλεπες, “fouriozos”, “Tomachok”, “Girl from papanema” και άλλα. Αργότερα όμως οι περισσότεροι άλλαξαν τα συνθηματικά τους σε πραγματικά ονόματα. Αποκτούσε σιγά-σιγά ο ιστότοπος μια ακόμη ρεαλιστικότερη διάσταση κι αυτό τελικά άρεσε στον κόσμο. Δεν είχε ανάγκη να κρύβεται κανείς πλέον. «Σήμερα έφαγα ψάρι» έλεγε ο ένας, «Είχα ένα καβγά με το Φρέντ» έγραφε η άλλη και ο κύριος Έρμιτ έτρεχε [σχήμα λόγου] να απαντήσει και να βοηθήσει όπου μπορούσε. 

«Τι διάβαζε ο κοιμισμένος οδηγός την ώρα που με τράκαρε; Το αμάξι έγινε μια άμορφη μάζα, αλλά εγώ επέζησα με ένα κολάρο και χιλιάδες εξετάσεις. Ζαλίζομαι» έγραφε η δεσποινίς Σκούρτ. «Περαστικά», «Κουράγιο...»
«Σήμερα η μητέρα μου με έπρηξε πραγματικά» έγραψε η νεαρή με τις φακίδες με το όνομα Μαρκέλλα. «Γιατί;» την ρώτησε ο κύριος Έρμιτ και εκείνη του απάντησε για να λάβει την επόμενη ερώτηση και τα λοιπά. Είχε φτάσει πρωί, πριν το καταλάβει. 
Μια απλή ιστοσελίδα ανακοινώσεων, ανέλαβε να κάνει το παρών του κάθε ανθρώπου σε ένα προσωπικό τοίχο, κάθε επικοινωνία μαζί με την έκπληξη της,  μεταφέρθηκε σε ένα απλό πάτημα κουμπιού και σε μια αποδοχή μιας οποιαδήποτε τυχάρπαστης συνθήκης. 
«Ναι, τον γνωρίζω». Κι ας μην τον γνώριζες. Εκείνο το καλημέρα, είστε πολύ όμορφη, θα ήθελα πολύ να μου χαρίσετε δύο λεπτά να γνωριστούμε• εκείνο το χαμόγελο σε μια γνωριμία που μαρτυρά χαρακτήρες •εκείνο το ενστικτώδες συναίσθημα χημείας μεταξύ δύο ανθρώπων, είχε μετατραπεί σε παρατήρηση των φωτογραφιών στο προφίλ, αυτές δηλαδή που  ο καθένας χαζεύει προτού πατήσει το κουμπί «αίτηση φιλίας».

Κι αυτό ήταν μια νέα μαγεία : Το αναπάντεχο ουρλιαχτό όλων των κοινωνιολόγων.
Η ιστοσελίδα του facebook, μοίραζε, έκοβε, έδινε και δεν έπαιρνε τίποτα για αντάλλαγμα, εκτός από κάποιες διακριτικές διαφημίσεις στην δεξιά μεριά της σελίδας. Ανεπαίσθητες. Αόρατες ή μάλλον όχι και τόσο. 
«Θέλεις να σου δείξω το σπίτι μου;» ρώτησε η Μαρκέλλα τον κύριο Έρμιτ. Φυσικά απάντησε εκείνος  και εντός δεκάλεπτου μπορούσε να δει την κουζίνα, την μαμά της, τον σκύλο της, την γάτα, το δωμάτιο και το μπαλκόνι με τον ανθισμένο ιβίσκο.

«Κάτσε να δεις και εμένα» είπε ο κύριος Έρμιτ και στις επόμενες ημέρες είχε ανεβάσει βίντεο από το σπίτι του, ένα συμπαθητικό δυάρι με τις βασικές ανέσεις.
«Θα ήθελα να βρεθούμε μια μέρα..» είπε η Μαρκέλλα. «Δες τι αγόρασα σήμερα!»

«Ακόμα να μπουν τα λεφτά από το επίδομα» έγραψε ο κύριος Έρμιτ.
«Και τι να τα κάνεις;»
«Πιστεύεις στην αγάπη;»
«δεν ξέρω. Φοβάμαι»
«Ναι, αλλά όταν αγαπάει ο ένας τον άλλο δεν φοβάται»
«Ψέματα! Τότε φοβάται περισσότερο»
«Μπήκαν τα λεφτά, πάω να αγοράσω μια καλύτερη φωτογραφική μηχανή»

Η Μαρκέλλα, σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο δίχως όμως να γνωρίζει κάτι η μητέρα της. Την έβλεπες στην στάση όπου το ασύρματο δίκτυο της καφετέριας πίσω της, έδινε πρόσβαση στο ίντερνετ.

«Δεν μ’ αρέσει το σχολείο!»
«Ούτε εμένα μου άρεσε»
«Ναι, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε λέει η μαμά μου»
«Η μαμά σου έχει δίκιο, αλλά πραγματικά το σχολείο είναι απαίσιο»

Οι ρυθμοί του κύριου Έρμιτ είχαν γίνει απίστευτοι. Η κάθε απάντηση πλέον, η κάθε φωτογραφία δεν αργούσε πλέον να ανέβει. Η Μαρκέλλα τον είχε συμπαθήσει.

«Θα ανεβάσω το κρεβάτι μου το βράδυ» έγραφε από την στάση.
«Θα έρθω» απάντησε εκείνος με κάποιο μακρύτερο στοχασμό και εκείνη άλλαξε συζήτηση όπως πάντα.
«Ανεβάζω μια φωτογραφία από ένα παππούλη που προσπαθεί να περάσει τον δρόμο»
«κρίμα. Ανεβάζω και εγώ μια φωτογραφία από την γειτόνισσα. Την δέρνει ο άνδρας της κάθε μέρα. »
«Κοίτα! ένα ζευγάρι μποτάκια!»
«Απίθανα!»

Του κύριου Έρμιτ του είχε γίνει εμμονή. Ντρεπόταν να ζητήσει στην Μαρκέλλα να βγούνε, συνέχιζε όμως ταυτόχρονα να επιθυμεί να την γνωρίσει. Θα ήταν μαγικό να μπορούσα να μπω μέσα στην ιστοσελίδα και να την γνωρίσω, είπε ένα βράδυ στο κρεβάτι του.Έγραψε ένα γράμμα στο facebook,  όπου  τους ζήτησε να κατασκευάσουν την δυνατότητα να μπαίνεις στο σπίτι του άλλου. Τους εξήγησε τα πάντα για την Μαρκέλλα. Οι προγραμματιστές  απάντησαν , γιατί δεν της ζητάς να βγείτε έξω; 
 «Μιλάω σοβαρά».

Το ίδιο βράδυ μια ανησυχία τον έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι του. Πίστεψε στην αρχή ότι ήθελε να πιει νερό, αλλά σύντομα βρήκε τον εαυτό του εμπρός στην σελίδα του facebook. Περιηγήθηκε στις φωτογραφίες της Μαρκέλλας και έκπληκτος παρατήρησε ένα καινούργιο κουμπί. «Είσοδος». Το πάτησε.

 ************

2. Οι γονείς της Μαρκέλλας ήταν πολλοί ανήσυχοι. Πως είναι δυνατό να λείπει τόσες μέρες, φώναζαν στον αστυνομικό, πως; «Υπάρχει μια σειρά από εξαφανισμένους ανθρώπους» απάντησε σοβαρά ο ψηλός ντετέκτιβ και έκλεισε το μπλοκάκι του. «Υπάρχει λίστα σχετική στο ιντερνετ, σε λίγο θα αναρτηθεί και η δική σας κόρη μαζί τους. Λυπάμαι. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο..» 

Οι φακίδες της Μαρκέλλας ήταν τελικά πολύ όμορφες. Σχολείο δεν ξαναπήγε, αν και βρήκε σύντομα στην νέα της ζωή και την δασκάλα της μέσα. Όπως και πολλούς συμμαθητές της. Ο κύριος Έρμιτ δεν ανησύχησε ξανά αν θα του έμπαινε το επίδομα της ανεργίας. Τι να το κάνει; δεν πεινούσε, δεν είχε κανένα στρες. Ούτε καν εκείνη η αργή κίνηση των χεριών του δεν ενοχλούσε πλέον κανέναν. Να τα κουνήσει και να κάνει τι;  Μπορούσε να θυμηθεί την προηγούμενη ζωή του και συχνά αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους να ξυπνάνε κάθε πρωί. Τι ήταν αυτό που τους έσπρωχνε στην στάση του λεωφορείου με κομμένα μάτια και βιαστικό μακιγιάζ. Τι δουλειά έχει σε έναν άνθρωπο να ζει την οργή του αφεντικού, την θυσία του χρήματος και την επιθυμία της αναγνώρισης. Η αγάπη πάλι τι είναι; Γιατί κάποιος να πρέπει να αγωνιστεί για να κερδίσει κάτι; Για να στεναχωρηθεί έπειτα,; να μετανιώσει μήπως ή για να αρχίσει να φιλοσοφεί για να ξεπεράσει την μελαγχολία του; Γιατί να ζει ο άνθρωπος; Για ποιόν λόγο γράφει ιστορίες που ποτέ του δεν θα ζήσει; γιατί τρέχει στα βιβλιοπωλεία να διαβάσει για ταξίδια και χώρες μακρινές που ποτέ του δεν θα πάει; Γιατί να έχει κανείς οποιαδήποτε ελπίδα για κάτι που δεν ποτέ δεν θα καταφέρει; Γιατί να μεγαλώνει και τα πράγματα γύρω του να γίνονται κάθε μέρα χειρότερα; Γιατί να κοιτάει στην τηλεόραση ανθρώπους καλύτερους από αυτόν και πιο πλούσιους; Γιατί να ζηλεύει; Γιατί να επιθυμεί αφού ποτέ  δεν θα έρθει η μέρα που θα είναι ικανοποιημένος; Τι αναζητούμε; μήπως έναν υγιή γεροντικός περίπατος κάποια στιγμή; Τρίχες !. Δεν έχει νόημα αυτό το βάσανο όταν από πριν γνωρίζεις ότι το μόνο που θα συμβεί  είναι να έρθει ο θάνατος. Που πάντα έρχεται, όσο έξυπνος, όσο χαρούμενος ή δυστυχής είσαι. Ποιο το νόημα αυτής της ζωής;

-*********

3. Ο Ντετέκτιβ κοίταζε την φωτογραφία της Μαρκέλλας στο facebook αγκαλιά με ένα άνδρα γύρω στα σαρανταπέντε με κοκάλινα γυαλιά. Ένα κλικ πιο πέρα μια φωτογραφία με την Μαρκέλλα και τον άγνωστο άντρα σε ένα βουνό, στα Ιμαλάια και έπειτα σε μια αμμουδερή παραλία μαζί με τον Κουστώ να συζητούν γελώντας. Πιο κάτω στο πύργο του Άιφελ με τον Ντίσνευ και ακόμη πιο πέρα στο Γραντ Κάνυον με φόντο τον καταρράχτη · Τους είδε σε γιοτ, σε βάρκα στην Βενετία, σε καμήλα να διασχίζουν την έρημο, σε ένα μακρινό ποτάμι να τους τραβάει το ρεύμα, να τρώνε μπανάνες μαζί με τον Όρσον Γουέλς και να πίνουν βότκες με τον Φιντέλ Κάστρο, να καπνίζουν με Τατάρους νύχτα γύρω από την φωτιά και να στήνουν οδομαχίες στα στενά του Παρισίου. Είχαν περάσει κάπου δύο χρόνια από τότε που εξαφανίστηκε η κοπέλα και από όσο μπορούσε να καταλάβει, είχε εξαφανιστεί μαζί του ή είχε μπει μέσα στο facebook. Ζούσε (αν μπορεί να το πει κανείς αυτό ζωή) μέσα στην εικονική πραγματικότητα του κοινωνικού ιστού. Σαν αράχνη που περπατάει αργά και παντού, που κρέμεται όπου μπορεί να απλώσει το νήμα της. Σε κάθε φωτογραφία που υπάρχει στους servers του facebook μετακινείται κατά επιθυμία και δίχως πολύ σκέψη.

Γέλασε.  Πολύ φαντασμένο σενάριο!
Παρατήρησε την ημερομηνία της τελευταίας φωτογραφίας που ήταν πολύ πρόσφατη και δίπλα το κουμπί «Είσοδος». Αν και όλα αυτά του φάνηκαν παράξενα, η λογική δεν υπερίσχυσε της κρυφής ελπίδας της ανακάλυψης. Όπως και οι σκέψεις, εκείνες οι τελευταίες εικόνες που κερδίζει κανείς προτού στρέψει το δάχτυλο του τέλους στο άμυαλο κεφάλι του. Το παρόν είναι μια μπάλα που ταλανίζεται πάνω από το κεφάλι μας ή μια κρυστάλλινη μπάλα που ανατρέπει ολοσχερώς όλες τις ψεύτικες νιφάδες ενός μαγικού χριστουγεννιάτικου τοπίου;
Η ανέλπιδη έκφραση του σημερινού ανθρώπου μπορεί να χωρέσει σε ένα μόνο κουμπί; η φαντασία ενός σύγχρονου τεχνοκράτη έχει δικαίωμα να εισάγει την πραγματικότητα σε έναν ανεμοστρόβιλο μιας δικής του ζωής ή μη ζωής αν θέλεις με την αιτιολογία της αναδιάρθρωσης της σηψαιμικής πραγματικότητας;

Και αυτόν τον ρεαλισμό που ζούμε ποιος τον έκανε upload;


κλικ. 

27/7/17

Ο Λόρενς Φαρφατούρο, Ιταλός ευγενής από τα Βόρεια της Ιταλίας είναι εντελώς άστατος σήμερα αφού διάβασε τα πρωινά νέα στην εφημερίδα πίνοντας το καθιερωμένο τσάι του. «Απαγορεύεται» έγραφε ο δημοσιογράφος από σήμερα να ανακατεύει κανείς το τσάι με το δάχτυλο για λόγους υγιεινής! Πήρε αμέσως τον Υπουργό αλλά ήταν απασχολημένος με τους νέους φόρους, έπειτα πήρε τον αρχηγό της φρουράς που ούτε εκείνος βγήκε στο τηλέφωνο γιατί όπως τον πληροφόρησαν,ετοιμαζόταν για πόλεμο.
Απελπισμένος κοίταζε το τσάι του με νοσταλγία και το δάχτυλο του αιωρούνταν πάνω από το καυτό τσάι.
Τότε σκέφτηκε να φωνάξει τον ακόλουθο της αυλής να του ανακατέψει το τσάι, που όμως έφτασε με κόκκινα μάτια στην αίθουσα πρωινού. Όπως ομολόγησε ήταν στεναχωρημένος με τον πόλεμο, την αδικία και τους νέους φόρους. Αηδίες, αναφώνησε ο Λόρενς. Πρέπει να ξεχωρίζεις τα σημαντικά απ' τα ασήμαντα νέε μου,  είπε κοιτάζοντας με κάποια απελπισία, μία το τσάι του, μία το βρόμικο δάχτυλο του ακόλουθου.

26/5/17

ΟΙ βάρβαροι..

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
[..]
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
[..]
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
[ Σε έναν κόσμο πολύπλοκο που η ερμηνεία του είναι αδύνατη, η απλότητα της (αντε)επίθεσης είναι μια κάποια λύση. Η αποτελμάτωση της καθημερινότητας, η απόλυτη ανάγκη για εκδίκηση, μια ακόμη μικρή ανάκτηση εγωισμού που τόσο έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Βέβαια, στην γύμνια του ο ποιητής παραδίδεται στο τέλος, δίχως να αναρωτιέται : "Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους"]



14/5/17

Η γραφή της μητρός μας


Είμαστε η γραφή της μητρός μας, και την ευχαριστούμε για την ευκαιρία που μας έδωκε να γράφουμε για αυτήν. Αισθανόμαστε -ειδικά εμείς το "ασθενές ανδρικό φύλο" - με μια κάποια ευγνωμοσύνη. Είναι η τρυφερή μεριά του τοίχου, που λένε.
Δανειζόμαστε μερικά γραπτά του Βιζυηνού :
"Αλλ’ ημείς εγνωρίζαμεν, ότι η ενδόμυχος της μητρός ημών στοργή διετέλει αδέκαστος και ίση προς όλα της τα τέκνα. Ήμεθα βέβαιοι, ότι αι εξαιρέσεις εκείναι δεν ήσαν παρά μόνον εξωτερικαί
εκδηλώσεις φειστικωτέρας τινός ευνοίας προς το μόνον του οίκου μας κοράσιον. Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών,όσον ηδυνάμεθα."
Υποσχόμαστε δε να φορούμε ζακέτα αιωνίως και ακαταπαύστως κάτω από όλες τις συνθήκες.